Χρήστος Μαρτίνης / Το μνημόσυνο του Καραγκιόζη

«Στις μέρες μας κανείς δεν πρέπει να επιμένει πεισματικά σ’ αυτό που “ξέρει”.

Η δύναμη έγκειται στον αυτοσχεδιασμό».

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Μονόδρομος

 

«Γι’ αυτόν τον “λαό” το θέατρο σκιών δεν στάθηκε απλώς μία διασκέδαση,

μια φυγή ή μία φαντασμαγορία, αλλά μια οργανική προέκταση της ζωής του».

Γιάννης Κιουρτσάκης, Προφορική Παράδοση και Ομαδική Δημιουργία

 

«Θεια-Παύλαινα, έλα μα θες να με σινιάρεις! Θα κατέβου σα κατ’ να παντρουλογηθώ.

Άνοιξε το σεντούκι βγάλε μ’ τη φουστανέλα τη γαϊτανουφόρα, φέρε και τα τσαρούχια με τα διπλά πετσώματα και με τις μαύρες φούντες.

Σύρε να φέρεις την μαντέκα να στρίψω το μουστάκι μου, ο κερατάς, ο θεομακουλιαρογαμώσταυρος!

Φέρε τ’ αλεύρι ν’ ασπριστώ, να με δουν τα κοπελούδια, να πέφτουν πάνω μου σαν παλιοκαλιακούδες,

Άι, φέρε το ταγάρι μου και βάλε μέσα το κοκκαλάκι της νυχτερίδας να μην με πιάνουνε τα μάγια».

Γιάνναρος, «Το σινιάρισμα του Μπαρμπαγιώργου»

 

ΕΙΧΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ Ν’ ΑΦΙΕΡΩΣΩ έναν ζωηρό επικήδειο στον Καραγκιόζη αλλά γρήγορα άλλαξα γνώμη. Γιατί ο επικήδειος γράφεται εν βρασμώ ψυχής, ταυτόχρονα με το γεγονός του θανάτου κι απευθύνεται σε ανθρώπους που ακόμα δεν έχουν χωνέψει την απώλεια. Στην περίπτωσή μας, όμως, ταιριάζει ένα μνημόσυνο. Ο μνημόσυνος λόγος δεν έχει χρονικούς περιορισμούς, «συμβαίνει» σε χρόνο μεταγενέστερο κι από τη φύση του κουβαλά εσωτερικευμένη την απώλεια. Στο μνημόσυνο, κυριαρχεί πλέον η παρουσία του θανάτου κι ο λόγος απευθύνεται σε ανθρώπους που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνήθισαν την απουσία. Γι’ αυτό η οπτική του μνημοσύνου μπορεί να εστιάσει βαθύτερα στον Βίο και την Πολιτεία του νεκρού κι ν’ αναδείξει πτυχές που ένας επικήδειος δεν θ’ άγγιζε ποτέ.

Επειδή λοιπόν ο Καραγκιόζης και μαζί του το λαϊκό θέατρο σκιών έχουν πεθάνει από καιρό. Αφού απέμεινε μονάχα το κουφάρι του να επιδεικνύεται σε τηλεοπτικά αφιερώματα και η φιγούρα του κοκάλωσε σε ακαμψία νεκρική, γράφω ένα καλλιτεχνικό μνημόσυνο για την περίπτωσή του.

Ας τα πιάσω απ’ την αρχή. Το λαϊκό θέατρο σκιών αποτελεί μία σύνθετη μετάλλαξη της λαϊκής τέχνης. Ειδικότερα ο Καραγκιόζης αποτελεί το τέρμα ενός ταξιδιού που ξεκίνησε από τις θρησκευτικές τελετές της αρχαίας Κίνας για να σβήσει στην Ελλάδα τα μετεμφυλιακά χρόνια. Με πορεία επάλληλη μ’ αυτήν του μεσαιωνικού καρναβαλιού, το θέατρο σκιών εξελίχθηκε μέσα στους αιώνες σ’ ένα είδος που απαιτούσε αυξημένες δεξιότητες καθώς οι ανάγκες για το ανέβασμα μιας παράστασης μπορούσαν να συγκριθούν αναλογικά με τις απαιτήσεις για το ανέβασμα μιας όπερας. Η πολυετής μαθητεία του μάστορα έρχεται να συνδυαστεί με τον υποχρεωτικό αυτοσχεδιασμό την ώρα της παράστασης, αφού γραπτό κείμενο στην ουσία δεν υπάρχει. Όπως είχε πει κι ο Μίμαρος, ο Καραγκιόζης δεν γράφεται, παίζεται. Τα επεισόδια εξελίσσονται με συγκεκριμένη διαδοχή, που σε μεγάλο βαθμό ανακαλούν τις λειτουργίες του μαγικού παραμυθιού, και μέσα σ’ αυτά τα επεισόδια ο καραγκιοζοπαίχτης στήνει την παράστασή του.

Τα λέω αυτά όχι για να δώσω την πλήρη εικόνα –αυτό είναι αδύνατο σ’ ένα τόσο μικρό κείμενο– αλλά γιατί δεν είμαι σίγουρος αν συλλαμβάνουμε, έστω και σε αδρές γραμμές, το μέγεθος και την απήχηση του θεάτρου σκιών στην Ελλάδα, από το 1880 έως, σχηματικά, το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου. Όπως δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την ουσία και τον παλμό των θρησκευτικών τελετών στις Αρχαίες Κυκλάδες κοιτάζοντας τις φωτογραφίες των αγαλματιδίων στα σχολικά βιβλία ιστορίας, έτσι δεν αντιλαμβανόμαστε τη ζωντάνια και την πολυπλοκότητα του λαϊκού θεάτρου σκιών, όπως τοποθετείται παγωμένο σε προθήκες μουσείων ή παίζεται προσαρμοσμένο για γλυκανάλατες παιδικές παραστάσεις.

Οι σημαντικές λεπτομέρειες, διαφεύγουν απ’ την παγιωμένη εικόνα του Καραγκιόζη με τον ίδιο τρόπο που οι άκαμπτοι μύες στο πρόσωπο ενός νεκρού δεν προδίδουν τους παρελθόντες μορφασμούς. Δεν μαρτυρούν τον τρόπο με τον οποίο σε μια παράσταση η μουσική, το τραγούδι, η ζωγραφική κι ο αυτοσχεδιασμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ο καραγκιοζοπαίχτης είναι την ίδια στιγμή ο λαϊκός ζωγράφος κι ο λαϊκός τραγουδιστής, είναι ο παραμυθάς κι ο χωρατατζής την ίδια ώρα. Οι φιγούρες που μπαίνουν χορεύοντας μες στον μπερντέ, το κλαρίνο που σολάρει όσο ο μπαρμπα-Γιώργος σινιάρεται στα παρασκήνια, ο Νιόνιος που βγαίνει με καντάδες και βλαστήμιες, οι δυο και τρεις παράλληλοι μπερντέδες που εναλλάσσουν σκηνικά, το άγριο ξύλο που ρίχνει ο Καραγκιόζης με το ποτιστήρι, ο γάιδαρος που μπαινοβγαίνει σαν από μηχανής θεός κι ο Καραϊσκάκης που καίγεται κι αναλήπτεται μέσα σε φωτιές και κρότους από δυναμιτάκια είναι λεπτομέρειες μιας εξελισσόμενης παράδοσης. Ο ελληνικός Καραγκιόζης είναι μια καλοκουρδισμένη μηχανή αιώνων που αφήνει ελεύθερο τον μάστορα ν’ αυτοσχεδιάσει. Σε μια παράσταση τα όρια αυτής της μηχανής πρέπει να τηρηθούν στο ακέραιο και μέσω αυτής ο καλλιτέχνης εμπλέκεται προσωπικά ώστε στο τέλος συγχωνεύεται μέσα στην αρχετυπική φιγούρα. Γίνεται ο ίδιος Καραγκιόζης. Κι έτσι φτιάχνονται οι μεγάλοι Καραγκιόζηδες της ελληνικής παράδοσης, ο Καραγκιόζης του Ρούλια, του Μίμαρου, του Σπαθάρη. Λένε πως κάποιος λοχαγός που καθόταν σε μια παράσταση πρώτη σειρά, τόσο θύμωσε μ’ αυτά που έφτιαχνε κι έλεγε ο Καραγκιόζης που έβγαλε την πιστόλα του κι έκανε τον μπερντέ σουρωτήρι απ’ τις σφαίρες. Ο καραγκιοζοπαίχτης στην τρίχα γλύτωσε, πέταξε τον Καραγκιόζη στο πάτωμα και το ‘σκασε απ’ το παράθυρο.

Έτσι σταδιακά, στην αρχή σε κοινότητες αγροτικού χαρακτήρα, από χωριό σε χωριό κι έπειτα σε κοινότητες με καθαρά ταξικό πρόσημο, στα στενοσόκακα του Πειραιά και στο λιμάνι της Πάτρας, η τέχνη του θεάτρου σκιών διαμόρφωσε ριζικά την αισθητική της αγροτικής και εργατικής τάξης μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ‘40, όταν η δημοτικότητά του άρχισε να φθίνει δραματικά. Κι αν ο όγκος της βιβλιογραφίας είναι ασύγκριτα μικρότερος από τη σημασία του θεάτρου σκιών για την ελληνική τέχνη, αυτό οφείλεται στην ίδια την προφορική του φύση και στο γεγονός πως δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ όπως έπρεπε: ισότιμα. Αν και σημάδεψε καλλιτεχνικά μια μεγάλη περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, οι υψηλές τέχνες επέμειναν να το αντιμετωπίζουν ως λαϊκό δημιούργημα ανίκανο να συγκριθεί με τη λόγια δημιουργία.

Αν έγραφα επικήδειο, βέβαια, θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Θα φρόντιζα να μην αναφερθώ διεξοδικά στις συνθήκες και τα αίτια θανάτου. Δυο-τρία πράγματα θα ανέφερα για να παρηγορήσω τους φίλους και συγγενείς του μακαρίτη. Θα έψεγα τον κινηματογράφο για παράδειγμα. Ο κινηματογράφος μας τσάκισε, λέει ο Σωτήρης Σπαθάρης, δεν σταυρώναμε εισιτήριο στα καφενεία όπου παίζαμε. Θα τόνιζα πως η λαϊκή καταγωγή του Καραγκιόζη, αυτό το άρρηκτο δέσιμό του με παρελθοντικές κοινότητες και τη νοοτροπία τους, ήταν αδύνατον να επιβιώσει μέσα σε συνθήκες ακμάζουσας πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης. Αυτό θα ‘ταν μία εξήγηση σχετικά ικανοποιητική. Οι φίλοι και συγγενείς του νεκρού δεν αντέχουν, εξάλλου, ν’ ακούν ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Αυτό που προέχει είναι να κλείσει ο τάφος, ν’ αρχίσουν να επουλώνονται οι πληγές. Στο μνημόσυνο, όμως, τα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει. Μπορούμε ν’ αναζητήσουμε τα λεπτότερα αίτια του θανάτου χωρίς βαρύ ψυχικό κόστος. Στην περίπτωση του Καραγκιόζη ένας από τους βαθύτερους λόγους του θανάτου του είναι η σταδιακή κατάργηση της συνοχής της γνώσης μέσα στις συνθήκες του Ύστερου Καπιταλισμού.

Συζητούσαμε με μία φίλη τις προάλλες για τη διαφορά μεταξύ συνεκτικής και θραυσματικής γνώσης. Της έλεγα ότι θαυμάζω τους ανθρώπους που έχουν συνεκτική γνώση και συνείδηση των ορίων της. Που χτίζουν ένα επιχείρημα ή έναν συλλογισμό πατώντας πάνω σε προγενέστερη γνώση. Με τον ίδιο μηχανισμό –αυτόν της συνεκτικής γνώσης– λειτουργούν κι οι κοινότητες. Η συνοχή μιας κοινότητας αυξάνεται όσο αυξάνεται κι η συνοχή της γνώσης της. Δεν έχει σημασία τι είδους γνώση είναι αυτή, πόσο διευρυμένη είναι, αν αφορά αγροτικές κοινότητες ή κοινότητες με ταξικό πρόσημο. Αυτό το οποίο ενδιαφέρει είναι η συνοχή της και, ξαναλέω, η κοινή συνείδηση των ορίων της. Γιατί η συνοχή της γνώσης που εξασφάλιζαν οι κοινότητες παρήγαν έργα τέχνης που ισορροπούσαν στα όρια ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο. Έργα τέχνης χρήσιμα για τη διεύρυνση συνοχή της κοινότητας και την ίδια στιγμή παράγωγα της ίδιας αυτής συνοχής. Σε τέτοιες κοινότητες άνθισε ο Καραγκιόζης. Κι όταν παρήκμασαν οι κοινότητες αυτές, χάθηκε μαζί κι η τέχνη του. Γιατί το λαϊκό θέατρο σκιών είχε πάνω απ’ όλα αξία χρηστική. Το λευκό πανί αποτελούσε το όριο μεταξύ του γνωστού και του άγνωστου κόσμου, τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Τον χώρο πίσω απ’ τον μπερντέ τον γέμιζε η νύχτα. Οι αρχετυπικές φιγούρες αποσπώνταν κάθε φορά σαν κομμάτια απ’ το ίδιο το σκοτάδι για να σταθούν επάνω στο λευκό πανί και να παίξουν ξανά το πανάρχαιο έργο, προσαρμοσμένο κάθε φορά στις ιστορικές ανάγκες της κοινότητας. Αυτό συνιστούσε την ουσία της συνεκτικής γνώσης. Επάνω σ’ ένα γνωστό έργο προσέθεταν σύγχρονες λεπτομέρειες και επεκτείναν τη γνώση με τρόπο συνεκτικό, ανοίγοντας τα όρια της κοινότητας, μεταβιβάζοντας την εμπειρία. Αυτή ήταν παράλληλα κι η χρηστική αξία των κάθε είδους προϊόντων της λαϊκής αντι- κουλτούρας. Κάθε γενιά και πιο ανοιχτά όρια. Κάθε γενιά και περισσότερο φως, κερδισμένο με κόπο από τη νύχτα των προηγούμενων.

Σήμερα, δεν βρίσκεται χώρος για το άγνωστο. Ο καπιταλισμός δεν επιδέχεται τέτοιων περιορισμών. Παρέχοντας άπλετη πληροφορία μπορεί ν’ ανεχτεί μόνο ατομικότητες λουσμένες σ’ ένα άπλετο και συχνά απατηλό φως. Σημασία δεν έχει πια η συνοχή της γνώσης καθώς αυτή η συνοχή σχετίζεται με την ανάγκη να φωτιστεί μια συγκεκριμένη περιοχή. Τώρα που όλα είναι φωτεινά μια άλλου είδους γνώση, η θραυσματική αποτελεί θεμέλιο της κουλτούρας μας. Καθώς είναι πρακτικά αδύνατο να ενσωματώσουμε το σύνολο της διαθέσιμης γνωσης, διδασκόμαστε να καλύπτουμε τις περιοχές της μη-γνώσης και να μετακινούμαστε μεταξύ των νησίδων της διαθέσιμης πληροφορίας. Αυτό χτίζει μια γνώση θραυσματική και παράγει θραυσματικούς συλλογισμούς. Ταυτόχρονα, η έλλειψη περιορισμών στη γνώση δημιουργεί μια ψευδαίσθηση παντογνωσίας. Αν ο μοντερνισμός έθεσε το υποκείμενο στο κέντρο της προσλαμβάνουσας εμπειρίας, ο μεταμοντερνισμός –παιδί του καπιταλισμού– θέτει το υποκείμενο στο κέντρο της συνολικής πραγματικότητας, στον βαθμό που η θραυσματική γνώση ενός ατόμου μπορεί αποτελεί εν δυνάμει τη συνολική γνώση του κόσμου. Μέσα σ’ αυτόν τον νέο κόσμο της υποχρεωτικής παντογνωσίας το λαϊκό θέατρο σκιών ψυχορραγεί.

Σαν τα πολύχρωμα ψαράκια των κοραλλιογενών υφάλων που αδυνατούν να επιβιώσουν στην παραμικρή αλλαγή της θερμοκρασίας του νερού έτσι χάθηκε το λαϊκό θέατρο σκιών μόλις αρχίσαν οι κοινότητες του παρελθοντος να αποδιαρθρώνονται. Ήταν αδύνατο ν’ αντέξει τέτοια μεταβολή ένα είδος τέχνης που ουσιαστικά αποτελούσε το εύθραυστο σύνορο ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο. Την εποχή πριν την έλευση του ηλεκτρισμού, όταν το θέατρο σκιών παιζόταν με λάμπες λαδιού, οποιοδήποτε τρεμόπαιγμα της φλόγας ασκούσε επιρροή στην κίνηση της φιγούρας και συνακόλουθα στη φαντασία των θεατών. Ακόμα κι αν ο καραγκιοζοπαίχτης άφηνε την φιγούρα ακίνητη, αυτή δεν σταματούσε να κινείται στην παραμικρή εναλλαγή φωτός και σκοταδιού. Το τρεμόπαιγμα της σκιάς, ο διπλασιασμός της φιγούρας, τα παιχνίδια ανάμεσα στο φως και την έλλειψή του, αποτελούν αβεβαιότητες, υπενθύμιση πως κάτι μπορεί να είναι ή να μην είναι. Εντός του σύγχρονου κόσμου δεν υπάρχουν σκιές. Το τόσο φως σκοτώνει τα θολά περιγράμματα, σκοτώνει τις αποχρώσεις και τις πιθανότητες, αποκρύπτει τις λεπτομέρειες, η γνώση μοιάζει να κουλουριάζεται στα πόδια μας έτοιμη, σαν γάτα που τρίβεται στο τσόλι της πληροφορίας. Φαινομενικά, τώρα πια δεν υπάρχουν αβεβαιότητες για να ευδοκιμήσει η σκιά, χώρος για αίνιγμα και εξερεύνηση.

Γι’ αυτό πέθανε ο Καραγκιόζης. Επειδή διαλύθηκε το σκοτάδι που συγκρατούσε τα νήματά του. Σήμερα νέες κοινότητες αναζητούν τα δικά τους σκοτάδια για να χτίσουν τη συνοχή τους. Μιας διαρκής προσπάθεια επαναμάγευσης λαμβάνει χώρα στις παρυφές του καπιταλισμού όσο οι κοινότητες οριοθετούν εκ νέου τη γνώση τους. Κι όσο αυξάνεται η συνοχή τους ολοένα θα παράγουν νέα είδη τέχνης χρήσιμα κυρίως για τις ίδιες. Το θέατρο σκιών απομένει ένα ορόσημο που υποδηλώνει το αισθητικό ύψος στο οποίο φτάνει διαχρονικά η λαϊκή δημιουργία και ταυτόχρονα ένα ερείπιο πάνω στα οποίο οι κοινότητες θα χτίσουν νέα πολύπλοκα είδη μιας τέχνης οιονεί λαϊκής. Κι αυτό είναι το μόνο μνημόσυνο που ταιριάζει στον Καραγκιόζη.

 

Βόρεια-Βορειοανατολικά. Κείμενα παραμεθορίου, τ. 3 (Οκτώβρης 2019), σ. 164-171.