Ποιήματα-Απόσπασμα / Α. Επιθετή

Απεταξάμην

κοίταζα ασάλευτος τον Διάβολο
στα μάτια.
3 χρόνια
κοίταζα τον Διάβολο
κατάματα,
ασάλευτος στον χρόνο και τον τόπο,
περιτριγυρισμένος μόνο
από πράγματα, πράγματα, πράγματα
χωρίς μια στάλα ζωής.
πράγματα από 1000 ζωές μακριά
που νοιάστηκα αρκετά για να φορτώσω
στην πλάτη,
και τσακισμένος από το βάρος
έφερα και γύρισα και ξαναέφερα
όπου ένιωθα πιο ζεστά.

Και κοίταζα έτσι τα ξέφρενα του μάτια
να σαλεύουν τα βράδια.
και μαζί να σαλεύω κι εγώ
και να σκαρφαλώνω τους τοίχους
και να δαγκώνω τις γωνίες
απ’ τα έπιπλα.
κοίταζα ασάλευτος
μέχρι που τα μάτια του
καρφώθηκαν πάνω μου,
με κοίταξαν πίσω
και με ξεκούνησαν από την πολυθρόνα
που τα χάζευα τόσο καιρό.
κι εγώ με συγκροτημένες κινήσεις,
άπλωσα τα χέρια,
γύρισα τις παλάμες προς στο στέρνο
και τις έβαλα μέσα.
κι από εκεί έβγαλα
τα αληθινά μου τιμαλφή,
κι ότι κουβαλάω από 1000 ζωές μακριά.
τα άπλωσα στο τραπέζι,
κι ανακάτεψα.
και πέταξα το ρολόι της μάνας μου από τον 5ο
και έσκισα τα βιβλία που μου δάνεισες.
έβαλα στο στόμα την καρδιά μου,
την ξέπλυνα απ’ τα αίματα
και καρφίτσωσα πάνω της
τις καλόβουλες συμβουλές φίλων,
σαν να της κάνω voodoo.
την ξανάκλεισα μέσα στο κλουβί της,
έγειρα πίσω,
και κοίταξα τον Διάβολο για μία τελευταία φορά.