Νατάσα Παπανικολάου / Η Ημέρα της Κρίσης

 

 

Κάποτε επισκέφθηκα ένα χωριό. 

όλοι του οι κάτοικοι περίμεναν την Ημέρα της Κρίσης 

Το είχα ακούσει ως φήμη μα ήθελα να βεβαιωθώ. 

Ρώτησα τον παπουτσή,

πώς φτιάχνεις παπούτσια για τους πεθαμένους; 

 

Μια κοπέλα κουβαλούσε μία στάμνα, 

το νερό ξεχείλιζε σαν από πηγή.  

Ρώτησα, είμαι σε όνειρο; 

Όχι, μου απάντησε. Το σώμα μου είναι το βουνό. Είμαι γη.

ο σαλπιγκτής έπαιζε την ίδια μελωδία ξανά και ξανά, 

ο ήχος της αναμονής. Μα κανείς δεν ερχόταν. 

 

Πιο κάτω είδα τα παιδιά να τρέχουν γύρω από έναν πλάτανο, 

όπως στη διαφήμιση.

Μα εδώ δεν είναι το χωριό που όλοι περιμένουν την ημέρα της Κρίσης; 

«Τα παιδιά παίζουν», μου απάντησε το πουλί. 

«Το παιχνίδι σημαίνει ότι κάποτε θα κριθούν».

Κι εσύ; Εσύ θα κριθείς; 

«Εγώ μόνο θα κελαηδώ όταν θα χάνεστε απ’ τα μάτια μου, τρισάθλιοι!» 

 

Κι έκλαψε ο παπουτσής γιατί ήταν τίμιος.

Και η κοπέλα έφυγε ντροπιασμένη

Κοίταξα γύρω μου, το πουλί είχε δίκιο. 

Όλοι ήταν ήδη πιο νεκροί κι απ’  τους νεκρούς. 

Δεν περίμεναν καμία μέρα και καμία νύχτα 

Κουνούσαν κι έσμιγαν μόνο τις νεκροκεφαλές τους 

κάθε που ύψωναν τα άδεια ποτήρια τους 

Κλοκ-κλοκ, ένας ήχος σαν ζαριά, μα δίχως τύχη.

Ένα παράθυρο άνοιξε στο πέρασμά μου 

Κοίταξα μέσα, είδα το φαγητό ν’ αχνίζει σε μια στόφα

Τοι πουλί καθόταν στο περβάζι 

«Κοίτα μέσα», μου είπε. 

«Τι βλέπεις;»

Θα ήταν πάνω κάτω εκατό.

Όλοι γύρω-γύρω απ’ το τραπέζι.

Τα πρόσωπά τους, 

σαν αγιογραφία, 

και περίμεναν.

Τους ρώτησα, «Τι περιμένετε; 

«Οι άλλοι έχουν εδώ και καιρό παρατήσει αυτό το βιολί». 

Δεν μου απάντησαν.

Σκοτείνιασε κι απόμεινε ο καθένας να κοιτά το κερί της πατρίδας του να λιώνει. 

Η μέρα ήρθε

αργά 

στομωμένο μαχαίρι.