Γιάννης Παττακός/ Σημειωματάριο

 

Υποθέσεις

 

Αν στα ενδέκατα γενέθλιά μου δεν μου είχαν κάνει δώρο τη γνήσια κασέτα του Θάνου Καλλίρη, μπορεί να μην φαντασιωνόμουν ποτέ να κερδίζω τον Πάνο για χάρη της Βούλας, μπορεί, όμως, και να μην ντρεπόμουν χρόνια μετά όταν κουβέντιαζα με την παρέα μου το «Ποια ήταν η πρώτη σου κασέτα;»

 

Αν ο Γιώργος δεν μου έγραφε ποτέ τα καλύτερα κομμάτια των Maiden σε μία ενενηντάρα TDK με «σπασμένα αυτιά», μπορεί να μην άκουγα ποτέ το Afraid to shoot strangers να μην έλεγα «διάβολε τι μελωδία» στο 2:40, να μην τραγουδούσαμε πάνω σ’ ένα παπί, κατεβαίνοντας τη Μιαούλη, το Run to the hills, να μην ονειρευόμουν να μεγαλώσω για να ’χω φαβορίτες και να καπνίζω πάνω σ’ ένα μπλε, δικό μου, GLX. Μπορεί να μην είχα ποτέ αυτή την παρέα, με τα λάθη και τα σωστά της.

 

Αν δεν προσποιούμουν ότι έχω σπασμένο το δεξί μου χέρι για έξι μήνες, μπορεί να μάθαινα καλύτερα αγγλικά, να πέρναγα λιγότερες ώρες στα ηλεκτρονικά της γειτονιάς και να μην έκανα ρεκόρ στο Pang, περνώντας και τις πενήντα πίστες, χωρίς να χάσω κανόνι και με κομμένη την ανάσα. Μπορεί να μη γνώριζα εκείνον που μετά έχτισε δωμάτια πάνω στη θάλασσα και που τα χρήματά από τα χαμένα του στοιχήματα μ’ έβαζαν στο καράβι και με πήγαιναν στην Αθήνα, έστω για δύο μέρες, όσο κρατάει ένα Σαββατοκύριακο. Μπορεί, χωρίς την Αθήνα, να μην ερωτευόμουν εκείνη που, μερικά χρόνια αργότερα, θα την ερωτευόταν κι ένας άλλος και μετά ένας άλλος, κι αυτή μετά έναν άλλον, γιατί έτσι είναι η ζωή. Μπορεί να βασανιζόμουν λιγότερο αλλά να μην ήμουν απαραίτητα καλύτερα.

 

Αν δεν βρισκόμουν στη λάθος πόλη, σε λάθος σχολή, μπορεί να μη γνώριζα ποτέ εκείνον που ήταν στη λάθος σχολή αλλά στη σωστή πόλη και να μη δίναμε μαζί εξετάσεις για μία σωστή σχολή σε μία αδιάφορη πόλη. Μπορεί να μη μέναμε ποτέ στο ίδιο σπίτι για τρία χρόνια, αυτός σε ένα μεγάλο δωμάτιο που κάποτε ήταν σαλόνι, εγώ στον διάδρομο κι οι δυο μαζί μπροστά στη σόμπα που έκαιγε το κρύο μέχρι να ζεσταθούμε.

 

Εικόνα

 

Πέμπτη δημοτικού με έγραψαν σε σχολή καράτε. Ο δάσκαλός είχε μουστάκι και άσπρη στολή. Η σχολή ήταν σε υπόγειο. Έπρεπε να υποκλινόμαστε κάθε φορά που μπαίναμε και βγαίναμε από τον χώρο. Αφήναμε τα παπούτσια στην είσοδο και πηγαίναμε στα αποδυτήρια ν’ αλλάξουμε και να πλύνουμε τα πόδια μας.  Φτιάχναμε γραμμές κι ακολουθούσαμε οδηγίες. Εκπαιδευόμασταν σε «φόρμες» κι αν τα καταφέρναμε αλλάζαμε ζώνη. Ανέβαινες βαθμίδα, γι’ αυτό στο τέλος του μαθήματος ο δάσκαλος φώναζε το όνομά σου κι εσύ έτρεχες γρήγορα να σταθείς μπροστά του. Κρατούσε την καινούρια σου ζώνη, κάθε φορά  άλλο χρώμα, κι έλεγε δυνατά τα λόγια μιας άγνωστης γλώσσας. Λύγιζε και τέντωνε τη ζώνη μπροστά σου τρεις φορές και μετά την κατέβαζε στον αυχένα σου, διπλωμένη όπως ήταν, μ’ όλη του τη δύναμη. Σου ’ρχόταν να ουρλιάξεις απ’ τον πόνο και το ξάφνιασμα, αλλά δεν το ’κανες. Σε κοιτούσαν όλοι κι έπρεπε να υπομείνεις τη δύναμη, να γίνουν όλα σιωπή, να μην είσαι εσύ αυτός που πονά. Κι ύστερα, με το σβέρκο να σκορπά φωτιές να γυρνάς στη θέση σου.

 

Μικρή φόρμα

 

Έχουν περάσει 25 χρόνια απ’ όταν φάγαμε ξύλο από άλλους εκτός από τους γονείς μας. Ήταν ένα θηριώδες παιδί αυτό που μου έδινε κλωτσιές. Οχτώ άτομα μας είχαν περιλάβει έξω από μια πιτσαρία, μας έριξαν κάτω, δύο ήμασταν, και χτυπούσαν όλοι μαζί. Μου τράβηξαν τα σκουλαρίκια και μου ’σχισαν τ’ αυτιά. 

Όταν οι δάρτες είναι πολλοί κάποιοι δεν αντέχουν και αρχίζουν να σπρώχνουν τους δικούς τους για να τους απομακρύνουν από σένα. Αν μείνεις σιωπηλός καλώς, αν όχι το πιο πιθανό είναι μαζί με τους άλλους, και οι προσωρινοί σου προστάτες, ν’ αφήσουν τα χαλινάρια και να πέσουν όλοι μαζί πάνω σου. Είναι σα να τους λες μαλάκες, κι αυτοί το παίρνουν πολύ προσωπικά. Γι’ αυτό η μανία όλων ξεκινάει απ’ την αρχή. 

Υπάρχουν πόλεις που η βία επιδεικνύεται. Πολλές φορές ονειρεύομαι πως είμαι σε καυγά, πως έχω νευριάσει πολύ και πως όταν πάω να χτυπήσω, όταν μπορώ να καταφέρω ένα χτύπημα, το χέρι μου, το δυνατό μου χέρι, κινείται σα να είναι μέσα σε νερό. Πρέπει να νικήσω την αντίσταση ενός ωκεανού για να βρει η γροθιά μου τον στόχο της και δεν τα καταφέρνω ποτέ, χάνω πάντα. Όλο το όνειρο, τότε, μαζεύεται σ’ αυτή την αδυναμία και, μέχρι να ξυπνήσω, προσπαθώ να υπερβώ την αντίσταση του νερού.

Κοντεύω τα σαράντα κι ακόμα ξοδεύομαι σε φαντασιώσεις εκδίκησης. Θυμάμαι καθαρά τα πρόσωπά τους. Θέλω να στηθώ έξω απ’ το σπίτι τους και μες στη νύχτα, ανώνυμα κι επικίνδυνα, την ώρα που επιστρέφουν στην οικογένειά τους, με έναν λοστό να χτυπήσω τα πόδια τους πίσω απ’ τα γόνατα. Να λυγίσουν μπροστά, να πέσουν κάτω πριν προλάβουν να σκεφτούν τι συνέβη. Δεν ξέρω τι θα κάνω μετά, μέχρι εκεί έχω σκεφτεί: να νιώσουν ανήμποροι, άδειοι από κάθε πράξη ενέργειας. Άλλες φορές πάλι συμφωνώ μέσα μου πως το πιο σωστό είναι να μην τελειώνω μια κι έξω μ’ αυτούς. Να βρω έναν τρόπο να τους εξαθλιώσω αργά, έξω πολύ από την αίσθηση του χρόνου. 

Ξέρω πως δεν μπορώ να κάνω τίποτε από αυτά. Είμαι ανίκανος για τέτοια σφοδρότητα ή διάρκεια οργής, με παρηγορεί όμως η αδρεναλίνη που φτιάχνω με το μυαλό μου ενάντια στον κόσμο.  

Όταν μας άφησαν από τα μαλλιά μου έφευγαν τούφες. Τα ρούχα μας δεν είχαν σκιστεί, αλλά ήμασταν για κλάματα. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που κάνει αυτόν που χτυπάει να σταματήσει. Εξαντλείται; Χορταίνει; Μπορεί απλώς να σιχάθηκαν την ανημποριά μας. Σκατά στον τάφο τους, που θα ’λεγε κι ο Αντώνης πριν πεθάνει στα δεκαπέντε του. 

 

Συλλογή

 

Κάθε Σεπτέμβρη, αμέσως μόλις ανοίξουν τα σχολεία, γίνομαι «κύριος», είναι η δουλειά μου. Μια σειρά ανθρώπων με προσφωνεί έτσι – στο τέλος το πιστεύω. Βάζω τη στολή μου κι ανταποκρίνομαι. Δεν είμαι κακός. Ίσως είμαι καλύτερος «κύριος» απ’ ότι μπαμπάς. Στο σπίτι μπερδεύομαι μ’ όσα θέλω να κάνω μόνος μου κι όσα πρέπει να κάνω για τους άλλους. Ξεχνάω πως οι άνθρωποι μεγαλώνουν όταν είσαι δίπλα τους κι όχι όταν ετοιμάζεις τις τσάντες για το σχολείο και κρατάς το σπίτι καθαρό. Κάθε νύχτα πριν πάω για ύπνο μεταφέρω τον μικρό στην τουαλέτα. Του κατεβάζω το βρακί και τον καθίζω στη λεκάνη. Του κρατάω το πουλί προς τα κάτω για να μη λερώσει. Τον σκουπίζω. Στον δρόμο για το κρεβάτι βολεύει το κεφάλι του στον ώμο μου κι ο κόσμος μαλακώνει. 

 

Δουλεύω σ’ ένα μικρό κτήριο με δύο αίθουσες κι ένα γραφείο. Κάθε μέρα πηγαίνω στην αίθουσα απέναντι από την είσοδο. Συναντώ τρία παιδιά της πρώτης, δύο της τετάρτης κι ένα της πέμπτης. Στο πίσω μέρος της αίθουσας μία βιβλιοθήκη ανεβαίνει μέχρι το ταβάνι. Όσα βιβλία υπάρχουν στο χωριό πρέπει να είναι εκεί. Μένουν στοιβαγμένα όλο το καλοκαίρι. Απ’ το φθινόπωρο όμως σωριάζονται καθημερινά στο πάτωμα παιχνίδι. Ο παπάς του χωριού τα λιγουρεύεται. Κάθε μέρα επισκέπτεται γριές χήρες και μαζεύει αντικείμενα που θεωρεί πως έχουν αξία. Για την πολιτιστική κληρονομιά και τέτοια. Ήρθε κι αποδώ. Πήρε κάτι βιντεοκασέτες και φεύγοντας έδειχνε χορτάτος. 

Κουδούνι δεν υπάρχει κι η αυλή συνορεύει με χωράφια. Μέσα σε οχτώ μήνες θα σώσω έναν εξάχρονο από πνιγμό, θα προσπαθήσω να σταματήσω έναν πατέρα να δέρνει τον γιο του μέσα στην τάξη, θα σβήσω μια φωτιά στα ξερόχορτα της πίσω αυλής.  Θα δω τα παιδιά να παρκάρουν έναν γάιδαρο κάτω απ’ την καρυδιά, τη γυμνάστρια να φρίττει κι εμένα να γονατίζω στην τάξη και να δείχνω πώς σκουπίζουμε τον κώλο μας, πώς ελέγχουμε αν το χαρτί έχει λερωθεί και πως, σ’ αυτή την περίπτωση, επαναλαμβάνουμε τα βήματα απ’ την αρχή. 

 

Τη μέρα που έφτασα όλα τα παιδιά ήταν σκόρπια στην αυλή.  Μόλις με είδαν να παρκάρω άρχισαν να φωνάζουν «ο Κινέζος, ο Κινέζος». Είχα το αμάξι γεμάτο, δεν είχα βρει ακόμα σπίτι, και με πέρασαν για πλανόδιο πωλητή. Κοιτούσαν τα πράγματα που είχα μέσα αλλά γρήγορα βαρέθηκαν. Χωρίς μεγάφωνο όλα δείχνουν ασήμαντα.

Μέχρι να μπει ο χειμώνας οι λεύκες θροΐζουν και μας ξεκουφαίνουν. Μέχρι να έρθει το καλοκαίρι αναρωτιέμαι τι κάνω εδώ. Καμιά φορά ο χρόνος απλώς περνά. Τον ακολουθώ ήσυχα – φοβάμαι να κοιτάξω πίσω.  

 

Ανάμνηση

 

Έσκυψε και με φίλησε σαν να με τιμά. Καθόμασταν απέναντι, σε μικρή απόσταση, όταν πήρε την απόφαση. Τα χέρια και τα χείλη του ήταν απαλά. Έμεινε για λίγο κι ύστερα έγειρε πίσω. Με κοίταξε, είδε την άρνηση και την απόσταση μου, και τις έβαλε μέσα του. Από τότε τις επιμηκύνει. Μιλάμε μια φορά τον χρόνο. Έχει περάσει πολύς καιρός και πάντα εγώ τον παίρνω τηλέφωνο.