ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΛΥΦΟΣ /Ο μεταφραστής Αντώνης Πρωτοπάτσης

 

«Ζητώ την απόχρωση της στιγμής»,1 λόγια του  Αντώνη Πρωτοπάτση, γεννημένου στις 4 Απριλίου 1897,  στο Ακλειδιού της Μυτιλήνης. Μία πολυσχιδής καλλιτεχνική  προσωπικότητα, συνυφασμένη με τον τόπο του, τη Λέσβο.  Ζωγράφος, σκιτσογράφος, χαράκτης, άνθρωπος με αγάπη  για τη λαϊκή παράδοση, παρακολούθησε μαθήματα στη  Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία και εγκατέλειψε πριν  την ολοκληρώσει. Αντισυμβατικός, δεν υποστήριζε κάποια  σχολή, κάποιο ρεύμα, καθώς πίστευε πως έτσι υπονομεύεται το ταλέντο. Στα εικοσιπέντε του εγκαθίσταται για  λίγα χρόνια στη Γαλλία προσπαθώντας να ξεφύγει από τα  στενά όρια του νησιού. Επιστρέφει το 1939 φιλοδοξώντας  να ιδρύσει σχολή ζωγραφικής, φιλοδοξία που δεν μετουσιώθηκε σε πράξη. Καταπιάνεται με οτιδήποτε εμπεριέχει  μέσα του την έννοια της δημιουργίας και προσπαθεί να  ερμηνεύσει στην τέχνη του το παρόν, αυτό το οποίο συμ βαίνει σε πραγματικό χρόνο. Δεσπόζουσα προσωπικότητα,  τύπος μποέμ, πρωτοπόρος και οργανωτής στο κίνημα της  «Λεσβιακής Άνοιξης». Στη σύντομη ζωή του, καθώς απεβίωσε στα πενήντα του έτη, στις 16 Απριλίου του 1947 στο  νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» χτυπημένος από την επάρατη  νόσο, κατάφερε να αφήσει ως παρακαταθήκη πλούσιο και  πολυδιάστατο έργο.  

 Ο Αντώνης Πρωτοπάτσης, όσον αφορά στην ενα σχόλησή του με τα γράμματα, καταπιάνεται μ’ έναν ποιητή  σύμβολο, ένα σημείο αναφοράς της λογοτεχνίας, τον Σαρλ  Μπωντλαίρ και τα Άνθη του Κακού, προσπαθώντας μέσω  της μετάφρασής του να αντλήσει από το πρωτότυπο κεί μενο κάθε πτυχή και στοιχείο της ποίησής του. Οι πρώτες  του απόπειρες συναντώνται στο περιοδικό Ελπίδες, όπου  υπογράφει με το ψευδώνυμο «Μήτρος (Ο Ακλειδιανός)».  

Η εγγενής μελαγχολία, η ομορφιά που παρατίθεται  στους στίχους του, η αναπόληση, το όνειρο και προπάντων  ο οραματικός συμβολισμός, υπήρξαν κίνητρο για το πόνημά  του. Ο θαυμασμός τού μεταφραστή προς τον ποιητή είναι  αδιαμφισβήτητος, ενώ η ευαισθησία με την οποία περιβάλλει και αγγίζει το έργο του, φανερώνει και την ταύτισή του  με το σύνολο αυτού.  

Γράφει ο μεταφραστής για τον ποιητή: «Εκείνο που  δίνει στα μάτια μου ιδιαίτερη αξία στο Μπωντλαιρικό  έργο είναι η βαθύτατη και σχεδόν αθέλητη ειλικρίνειά του.  Ο Baudelaire καμωμένος από αντιφάσεις, νοιώθει σύγχρονα  την ανάγκη μα και τη φρίκη της εξομολόγησης. Θέλει να  πει τον πόνο του κι όμως η ιδέα ότι θα μπορούσες και να  τον λυπηθείς του είναι ανυπόφορη. Θα προτιμούσε να τον  θαυμάζεις. Εδώ νομίζω πως κρύβεται ένα δραματικότατο  στοιχείο της μπωντλαιρικής τέχνης, που την κάνει εξαιρετικά ελκυστική…».2 

Προσπαθεί να μεταφράσει με φαντασία, όπως με φαντασία  έγραφε ο ποιητής, και η απόδοση των λέξεων προκύπτει  μετά από ένα επίπονο ψάξιμο, διαδικασία όμοια με τη γλυ πτική τέχνη. Ζυγιάζει την κάθε λέξη, η κάθε λέξη κουβαλά  και προσδιορίζεται από το δικό της βάρος. Διαβάζουμε σε  γράμμα του μεταφραστή του 1937 προς τα αδέλφια του: 

«Εν γένει οι στίχοι μου, Χρύσανθε, θέλουν ακόμα πολύ  ξεχορτάριασμα.».3 Σε κάποιο άλλο σημείο: «Le flacon, πώς  μπορεί να μεταφράσει κανείς αυτή τη λέξη; Υπάρχει άλλη  από μπουκάλι; Δεν ξέρω γιατί μου φαίνεται κακόηχη και  αντιπαθητική;».4 Ακόμη, στη διαδικασία της μετάφρασης,  τον απασχολεί το λαογραφικό κίνημα που υπηρέτησε με τα  κραγιόνια του: «Μου φαίνεται αρμονικότερη, πιο ρωμέικη,  το δε ζουλεύω κολλά καλλίτερα».5 Σκαλίζει, επομένως,  λέξη λέξη την εικόνα και το νόημα, ανυψώνοντας την ποιητική με το βλέμμα στην ελληνική γλώσσα. Ήθελε, όπως λέει  ο ίδιος, «να φορέσει ελληνικό φόρεμα» σε αυτό το έργο. Η εκλογή των ποιημάτων, τα οποία μεταφράζει, γίνε ται με πολλή σκέψη όσον αφορά στην ομογενοποίησή τους.  Εξηγεί ο ίδιος: «Είνε περιττό βέβαια να τονίσω πως τα  πενήντα τούτα ποιήματα από τα εκατό πενήντα τόσα των  Ανθών δεν παρουσιάζονται με την αξίωση εκλογής. Η εκλο γή απ’ ένα ποιητικό έργο, όποιο και νάνε, είναι αναγκαστικά  αυθαίρετη.

Μα για έργο τόσο πυκνό, τόσο δυνατό και το  κάτω κάτω της γραφής τόσο λιγοστό όπως τ’ Άνθη του Κα κού η εκλογή μου φάνηκε πάντα αδικαιολόγητη αυθάδεια.  […] Είνε στιγμές στην ποίηση, και συχνά από τις καλλίτερες,  που είνε αδύνατο να μεταφερθούν από μια γλώσσα σε άλλη.  Αν οι στιγμές αυτές ήταν στο Μπωντελαίρ συχνές η μετά φραση του θα ήταν ματαιοπονία. Και τέτοιους σκοπέλους  καμμιά μετάφραση δε μπορεί να τους ξεφύγει. Πρέπει όμως  να προσθέσουμε, όταν πρόκειται για κάποιαν ορισμένη, και  τις προσωπικές αδυναμίες του μεταφραστή. Πώς λοιπόν να  διαλέξεις; Από πού ν’ αρχίσεις το διάλεμα; Από τα καλλίτερα  ποιήματα ή τα πιο επιτυχημένα μεταφράσματα;».6

Η εξελικτική πορεία των μεταφράσεων αποδεικνύει  πως δεν είναι ένας άνθρωπος με παρωπίδες, αλλά συχνά  –κρίνοντας από το ξεδιάλεγμα των κειμένων του– αμφι σβητεί ενίοτε τον ίδιο του τον εαυτό, με αγωνία για το  τελικό αποτέλεσμα, παραδίδοντας στον αναγνώστη την  καλύτερη, όσο το δυνατόν, εκδοχή της μετάφρασής του.  

Επίσης, σε καμία περίπτωση δεν αντιλαμβάνεται, κυρίως  μέσα από τα προλογικά του σημειώματα, πως η δουλειά  του έχει πλέγμα ποιοτικό. Δεν ξεχωρίζει τα ποιήματα του  Σαρλ Μπωντλαίρ σε «καλά» και «κακά», δηλαδή σε μεταφρασμένα και αμετάφραστα, αλλά προσπαθεί να συλλέξει  τα πιο «ανεξάρτητα», αυτά που λειτουργούν αυθύπαρκτα  και νοηματοδοτούν ολοκληρωμένες ποιητικές έννοιες.  

Ίσως για κάποιους, ίσως και για τον ίδιο, το μετα φραστικό του έργο στην ποίηση του Σαρλ Μπωντλαίρ να  κρίνεται ημιτελές, καθώς δεν περιλαμβάνει το σύνολο των  Ανθέων του Κακού, αλλά ο Αντώνης Πρωτοπάτσης έσκαψε  στα βάθη της ποίησης και προσπάθησε να ερευνήσει και να  μελετήσει οτιδήποτε είχε γραφτεί μέχρι τότε για τον ποιη τή. Ανέτρεξε σε βιβλιογραφία, σε εκδόσεις, διάβασε επίμε τρα, κριτικές και μεταφράσεις άλλων. Αφουγκράστηκε τον  τόνο που έδιναν άλλοι λάτρεις του ποιητή και προσπάθησε  να συγκεράσει συνισταμένες, ώστε να αποδώσει με δικό  του τρόπο τα μεταφρασμένα ποιήματα ως κάτι νέο στα  ελληνικά γράμματα. Δούλεψε καθαρά, με εντιμότητα, χω ρίς προκαταλήψεις. Συναισθάνθηκε την ποίηση του Σαρλ  Μπωντλαίρ και τη μετέφρασε με πάθος.

Το μόνο που τον  απασχολούσε είναι η αποτύπωση του ρυθμού που βίωνε  μέσα από την ανάγνωση των Ανθέων του Κακού.  Ο Αντώνης Πρωτοπάτσης χρειάστηκε εικοσιπέντε  χρόνια για να μεταφράσει όσα ποιήματα μετάφρασε από τα  Άνθη του Κακού. Επρόκειτο για έναν συνεχή αγώνα, ένα πά λεμα που, καλώς εννοούμενο, άγγιζε την εμμονή, ένα προσω πικό στοίχημα που έπρεπε να κερδηθεί. Τα πρώτα μεταφρα στικά του σχέδια ξεκίνησαν ήδη το 1913 και δημοσιεύτηκαν  δυο χρόνια αργότερα, το 1915, στο Παρίσι. Η εργασία του  επάνω στα Άνθη του Κακού ολοκληρώθηκε το 1939, με χρο νολογία έκδοσής της το 1944, γεγονός που ίσως καταδεικνύει  και το άγχος του για την ποιότητα του έργου του.  Στον πρόλογο σημειώνει ο ίδιος: «Από τότε που  την αρχίνησα η μετάφραση αυτή ακολούθησε τις περιπέτειες της ζωής μου πέρνοντας ολοένα και περισσότερο  μέρος της. Γιατί -το νοιώθει κανείς εύκολα- είνε από τις  δουλειές εκείνες που έχουν αρχή μα δεν έχουν τέλος και σε  κάθε καινούριο κύτταγμα βρίσκεις λίγα ή πολλά να καλλιτερέψεις χωρίς ποτέ να φτάνεις και τον ονειρεμένο σου  σκοπό, την τέλεια απόδοση του πρωτοτύπου. Όμως αν  αυτό το απόλυτο είνε αζύγωτο, έρχεται η στιγμή που το  έργο, με τ’ ανθρώπινα μέτρα, το κρίνεις παρουσιάσιμο.»7 

 Ο μεταφραστής σκύβει με σεβασμό στο κείμενο, το  νοιάζεται και παλεύει με λεπτομέρεια και ευφάνταστη δι άθεση την ομοιοκαταληξία. Τη δουλεύει μεθοδικά και την  εξελίσσει στην πορεία του χρόνου. Πατά στο πρωτότυπο  κείμενο και προσπαθεί να το αναδείξει με νέες ανάσες. Δεν  θέλει να προκύψει ένα άρτιο τεχνικά κείμενο, ένα κείμενο  που να κρύβει «στιλιζάρισμα», αλλά ένα κείμενο που να  φέρνει κάτι νέο, ένα στίγμα που θα αφορά τους παθιασμέ 

νους αναγνώστες του Σαρλ Μπωντλαίρ, κυρίως χωρίς με ταγραφή. Δεν θέλει να παρακάμψει τον ποιητή και να δη μιουργήσει από την αρχή, αλλά ακολουθεί τη γραφή του.  Οι επινοήσεις λέξεων φειδωλές και οι παραλήψεις απούσες.  

Μάτια ως άνοιξα φλογισμένα 

Φριχτή την τρώγλη μου θωρώ, 

Και μπαίνουν οι έγνοιες στην ψυχή μου 

Με κεντρίδι φαρμακερό· 

Το ρολόγι με πένθιμον αχό 

Βαριά μεσημέρι χτυπούσε, 

Στο μουδιασμένο, θλιβερό ντουνιά 

Σκοτάδια ο ουρανός σκορπούσε. 

Διεισδύει στο νόημα των στοιχείων και προσπαθεί  να μορφώσει στη δική του γλώσσα το νόημα των ποιημά των, όπως ο ίδιος τα βίωνε ως αναγνώστης του πρωτότυ που κειμένου. Διαβάζοντας τη μετάφρασή του των Ανθέων του Κακού βρισκόμαστε μπροστά σε μία διπλή θέαση των  ποιημάτων αυτών, μέσα από τα μάτια τόσο του μεταφρα στή, ο οποίος ένοιωσε και τα κοινωνεί στη γλώσσα μας,  όσο και μέσα από τα μάτια του ποιητή, ο οποίος ένοιωσε  και τα κατέγραψε. Πρόκειται για μια σιωπηρή διαλεκτική,  η οποία προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ανάγνωση  των ποιημάτων. 

Η δουλειά του μεταφραστή εντατική και εξουθενω τική. Προβληματίζεται και αναπλάθει. Αυτό καταδεικνύεται  από τις διαφορές σε λέξεις, ακόμα κι ολόκληρους στίχους,  εάν συγκριθούν τα πρώτα του σχεδιάσματα σε αντιπαρα βολή με την έκδοση των Πενήντα από τα περίφημα «Άνθη  του Κακού» του Charles Baudelaire του 1944, σε διακόσια  εβδομήντα οκτώ αντίτυπα, με ξυλογραφίες του ίδιου. Οι  διαφορές, τις οποίες εντοπίζουμε διάσπαρτες σε αρκετά ση μεία του έργου, είναι αρκετές, γεγονός που αποδεικνύει το  πάθος, την προσπάθεια, την περίσκεψη, την αμφισβήτηση,  την αδιάλειπτη μάχη με τις λέξεις και τα απόλυτα νοήματα.  Πρόκειται για μία διαρκή κίνηση προς το όραμά του. 

Παρατίθεται ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της με ταφραστικής δεινότητας του Αντώνη Πρωτοπάτση, ποίημα  το οποίο είχε περιληφθεί στην έκδοση του 1944. 

Εκ Βαθέων Εκέκραξα 

Βαθειά απ’ το μαύρο βάραθρο που την καρδιά μου  κρύβει 

Σου κράζω, ω μόνη Αγάπη μου: σπλαχνίσου με,  ελεήσου, 

Κόσμος ειν’ άχαρος εδώ μ’ ορίζοντα μολύβι 

Και πλέει η φρίκη η βλαστημιά στα σκότη  

της αβύσσου˙ 

Ψηλά κρεμάζει μήνες εξ ήλιος με δίχως θέρμη 

Και γι’ άλλους έξη η νύχτα πια τη γης θενα σκεπάσει Κι από τον πόλο πιο γυμνή ‘νε τουτ’ η γης, πιο έρμη˙ -Ούτε νερά, ούτε ζωντανά, μηδέ φυτά, είτε δάση! 

Σ’ όλο τον κόσμο δεν είνε φριχτότερο μαράζι 

Παρά τέτοιου ήλιου ωμό, ψυχρό μάτι να σε κοιτάζει, Κι αυτή η νυχτιά που, ατέλειωτη, μοιάζει το χάος  τ’ αρχαίο. 

Τη χάρη πόχει ζούλεψα το ζο το πιο χυδαίο 

Που ύπνος μπορεί βαθύτατος, ηλίθιος να το πάρει, Τόσο αργοξετυλίγεται του χρόνου το κουβάρι! 

Ακόμη και σήμερα, η μετάφραση του Αντώνη Πρω τοπάτση δεν φαντάζει παράταιρη, δεν βρίθει στομφωδών  εκφράσεων και διθυραμβικών λέξεων που αποσκοπούν  στον εντυπωσιασμό. Πρόκειται για μια λιτή, μεστή, λει τουργική και στοχαστική διαδικασία αποτυπωμένη στο  χαρτί. 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

1) Σ. Α. ΜΟΛΙΝΟΣ, Ο Αντώνης Πρωτοπάτσης και το έργο του, Αθήνα,  1991, σ. 7. 

2) Σ. Α. ΜΟΛΙΝΟΣ, ο.π., σ. 15. 

3) Σ. Α. ΜΟΛΙΝΟΣ, ο.π., σ. 15. 

4) Σ. Α. ΜΟΛΙΝΟΣ, ο.π., σ. 15. 

5) Σ. Α. ΜΟΛΙΝΟΣ, ο.π., σ. 15. 

6) Ch. BAUDELAIRE, Άνθη του κακού, μτφρ. Α. Πρωτοπάτσης, Σμίλη,  2019, σ. 29-30. 

7) Ch. BAUDELAIRE, ο.π., σ. 28-2