Tεύχος 7

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ

Συμφωνία Νούμερο 2 σε Ντο Ελάσσονα

Η ιστορία αυτού του τεύχους είναι η ιστορία μιας αποτυχίας.

Ξεκινήσαμε με τη φιλοδοξία να φτιάξουμε ένα τεύχος που θα ήταν αφιερωμένο σ’ εκείνη τη γενιά των ανθρώπων που εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920. Είτε λίγο πριν, μεσούντος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, είτε κατά την Καταστροφή και στον απόηχο αυτής. Αυτή η γενιά ανθρώπων μεγάλωσε μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της πανωλεθρίας του 1897· πέρασε την εφηβεία της μέσα στην ατμόσφαιρα της εθνικιστικής ανάτασης που έφεραν οι ιμπεριαλιστικού τύπου επιτυχίες του ελληνικού αστισμού κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών· βίωσε στο πετσί της τις συνέπειες του Διχασμού (συνέπειες που ακόμη οριοθετούν μ’ έναν τρόπο τον δημόσιο βίο στην Ελλάδα)· με το που ενηλικιώθηκε, έχασε τη ζωή της στα χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ή, στον απόηχο αυτού, αρρώστησε μαζικά και πέθανε από την παγκόσμια πανδημία ισπανικής γρίπης· βίωσε τη συντριβή του κρατικού φαντασιακού που εξέθρεψε τον ελληνικό πολιτικό βίο κατά τον πρώτο αιώνα ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Κυρίως, αυτή η συντριβή του φαντασιακού του ελληνικού εθνικισμού στις στάχτες της Σμύρνης, υπό το αδιάφορο βλέμμα των ναυτών και των στρατιωτών του ευρωπαϊκού και υπερατλαντικού αστισμού, επέφερε μια τρομακτικών διαστάσεων κρίση ταυτότητας που οι εικοσάχρονοι-εικοσιπεντάχρονοι νέοι της δεκαετίας του 1920 κλήθηκαν να διαπραγματευτούν.

Το θέμα του τεύχους αυτού θα ήταν το πως έγινε –ή δεν έγινε– η διαπραγμάτευση αυτή. Αυτό θα επιδιώκαμε να κάνουμε αν δεν αποτυγχάναμε τόσο οικτρά. Γιατί όμως αποτυγχάναμε κατ’ επανάληψη να διαπραγματευτούμε το θέμα μας; Γιατί οι συνεργάτες και οι συνεργάτισσες δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν; Γιατί εμείς οι ίδιοι δεν μπορούσαμε να φέρουμε εις πέρας αυτήν την αναζήτηση; Ήταν μόνο η πολιτική βία που ασκήθηκε πάνω στα σώματα και στις ψυχές μας κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού; Σίγουρα συνετέλεσε, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ίσως η βασικότερη παράμετρος να ήταν ότι όλοι και όλες μας αισθανόμασταν απόκοσμα οικεία με αυτή τη «γενιά του 1920». Βιώσαμε, άλλωστε, κι εμείς ανάλογες μετατοπίσεις κρατικού φαντασιακού: η «ισχυρή Ελλάδα» του 2000-2004 θάφτηκε κάτω από τα μπάζα του χρέους ως πολιτικής κρατικού εξανδραποδισμού, πνίγηκε στα απόνερα της εγχώριας και παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η επίπλαστη μεταπολιτευτική συναίνεση ξεμπροστιάστηκε απ’ την είσοδο των ναζιστών στην ελληνική Βουλή.

Έκτοτε οφείλαμε να ζούμε σε διαρκή επισφάλεια, με το κράτος να καταστέλλει, να ελέγχει και να επιτυγχάνει τη συμμόρφωσή μας μέσω της καλλιέργειας διαρκούς φόβου και των εξαντλητικών εργασιακών ωραρίων για ένα πενιχρό αντιμίσθιο, κάνοντας μας, σαν άλλος Νονός, τη μία μετά την άλλη, προσφορές που δεν μπορούσαμε να αρνηθούμε. Εδώ και πάνω από δέκα χρόνια έχει εξαπολυθεί εναντίον μας μια τεραστίων διαστάσεων ταξική επίθεση που είχαμε πολλές δεκαετίες να δούμε. Μόνος ο άνθρωπος παράγει κέρδος. Και όσο μίκραινε η κεφαλαιακή πίτα τόσο περισσότερο τα σώματα και οι ψυχές μας συνθλίβονταν για να μετατραπούν σε μηχανές παραγωγής κέρδους με κάθε τρόπο. Πιασμένοι στα γρανάζια της Εξουσίας, μοχθώντας για τον βιοπορισμό, με κατεστραμμένες συλλογικές ταυτότητες, μόνοι μας και χωρίς κοινότητες, χωρίς καμιά αίσθηση μέλλοντος ή προοπτικής, ξαφνικά βρεθήκαμε αλλόκοτα κοντά στον Καρυωτάκη, τον Άγρα, τον Φιλύρα, τον Λαπαθιώτη, τον Παπανικολάου, την Πολυδούρη, την Αλεξίου, τον Σκαρίμπα, τον Πικρό, τον πρώτο Τερζάκη, τον νεότερο Κοτζιούλα.

Είμαστε η γενιά που στην εφηβεία μας και στα είκοσί μας σιχαθήκαμε την τοξική αρρενωπότητα, τη χυδαιότητα, την κενότητα, τον καιροσκοπισμό του ελληνικού νέο-εθνικισμού, γιγαντωμένου από τα κονδύλια και την ντόπα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στα τριάντα μας σιχαθήκαμε την υποκρισία των Ευρωπαίων και Ελλήνων τοκογλύφων, των Ευρωπαίων και Ελλήνων δοσατζήδων, την ολομέτωπή τους επίθεση στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον μας, στον διαρκή εμπαιγμό μας, στη σφυρηλάτηση και στην εσωτερίκευση της υποτέλειάς μας. Στα σαράντα μας, αποδεχόμενοι την ήττα μας προσπαθήσαμε απλά να διαπραγματευτούμε τους όρους της υποτέλειάς μας. Έρχεται, όμως, κάποια στιγμή στη ζωή όλων μας που παύουμε να φοβόμαστε. Ίσως, λοιπόν, να πλησιάζει η ώρα να επαναδιαπραγματευτούμε τους όρους της υποτέλειάς μας.

Εδώ και διακόσια χρόνια, με ελάχιστα ιστορικά διαλείμματα, αυτός ο τόπος εξουσιάζεται απ’ τους «νόμιμους» ιδιοκτήτες του, τους Μαυρομιχαλαίους, τους κοτζαμπάσηδες και τα αργυρώνητα πολιτικά φερέφωνά τους, κάτι κωλοπαιδαράδες και γελοιωδέστατους Κωλέττηδες, αφιονισμένους απ’ τη μέθη της Εξουσίας. Απέναντι σ’ αυτούς και σ’ όσους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τρέφονται απ’ αυτούς βρίσκονταν πάντα, εδώ και διακόσια χρόνια, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, πόσες διαδοχικές γενιές, που ονειρεύτηκαν ένα άλλο μέλλον γι’ αυτόν τον τόπο. Λίγοι, όχι πολλοί. Σαν τον Σίσυφο ανεβάζουν τον βράχο στην κορυφή κι εκείνος κατρακυλά και πάλι, χαμηλότερα κάθε φορά. Διαψεύσεις, ήττες, πανωλεθρίες, συντριβές. Κι όμως. Αυτόν τον βράχο εξακολουθούν να τον κυλούν και να τον ξανανεβάζουν τόσες γενιές, πιστεύοντας κι ελπίζοντας η καθεμιά στην επόμενη. Η σύγχρονη ελληνική ιστορία είναι και θα μένει διφυής. Από τη μια μεριά θα στέκονται πάντοτε οι «νόμιμοι» ιδιοκτήτες αυτής της χώρας και από την άλλη όσοι και όσες, σε πείσμα των πάντων, στέκονται και θα στέκονται απέναντί τους. Όσο και να προσπαθούν να μας πείσουν ότι κάτι τέτοιο δεν έχει νόημα, ότι πρέπει πια ν’ αποδεχτούμε τη συντριβή μας, να συμφιλιωθούμε με τη διαγενεϊκή μας διάψευση και να κάτσουμε αποκαμωμένοι και φοβισμένοι σε κάποια γωνιά της ανηφόρας, στον ίσκιο ίσως αυτού του τεράστιου βράχου που εμείς οι ίδιοι κουβαλάμε, η Ιστορία επιμένει να τους διαψεύδει. Καμιά γενιά σ’ αυτόν τον τόπο δεν συμβιβάστηκε μ’ αυτήν τη μοίρα. Επιμένουμε και θα επιμένουμε «να τραβάμε την ανηφόρα» σπρώχνοντας τον βράχο προς την κορυφή με τις πλάτες μας.

Γιατί για μας η αξιοπρέπεια δεν είναι απλά ένα «θέμα» για τις Πανελλήνιες.

 

Μυτιλήνη,

Ιούνης 2023